Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Στο Δάσκαλό μας με αγάπη

Καλό καλοκαίρι, Δάσκαλε.
Το ξέρω. Κουράστηκες. Κουράστηκες πολύ. Βγαίνεις να πάρεις ανάσα και η μυρωδιά της κιμωλίας σε καταδιώκει σαν μπάτσος. Προσπαθείς να σκεφτείς, αλλά το μυαλό σου μπλοκάρει από χρονολογίες, ιστορικά γεγονότα, θρησκευτικές παραβολές, μαθηματικές πράξεις. Λόγια που έχεις πει. Μαθήματα που έχεις διδάξει. Ξανά και ξανά και ξανά. Κάθε χρόνο σε άλλα παιδιά. Κάθε χρόνο
τα ((άλλα» παιδιά μοιάζουν να είναι τα ίδια παιδιά. Η ίδια διαδρομή κάθε πρωί. Η ίδια αίθουσα. Ο ίδιος πίνακας. Τα ίδια βιβλία. Η ίδια έδρα με την ίδια καρέκλα. Τα ίδια προσωπάκια από κάτω. Βαριούνται. Χαζεύουν. Σκουντιούνται. Αντιγράφουν. Μιλάνε. Γελάνε. Θέλουν να βρίσκονται αλλού. Οπουδήποτε αλλού εκτός από δω.
Οπουδήποτε αλλού εκτός από δω. Όπως κι εσύ. Ακριβώς όπως κι εσύ όταν ήσουνα παιδί. Όταν η φωνή του δικού σου δασκάλου τρύπαγε σαν σφαίρα το αυτάκι σου. Ήθελες να φύγεις, ν' αποδράσεις, να μην απαντάς σε ηλίθιες ερωτήσεις. Να μεγαλώσεις - αυτό ήθελες.
Και μεγάλωσες, Δάσκαλε. Κι έγινες δάσκαλος, Δάσκαλε. Όχι δασκαλάκος. Δάσκαλος. Όχι σαν τον δικόσου, που έσερνε μονότονα τις συλλαβές σαν κάμπιες πάνω στο δέρμα σου. Όχι σαν εκείνον που στο βλέμμα του ήταν ζωγραφισμένα τα συντάξιμα. Μηνιαίες αποδοχές, αυξήσεις, άδειες, προαγωγές... Όχι σαν εκείνον. Εσύ αγαπούσες τα παιδιά. Αν δεν τ' αγαπούσες, θα διάλεγες άλλο επάγγελμα. Τη στρωμένη δουλειά του πατέρα σου. Το προσοδοφόρο επάγγελμα του συρμού. Στην τελική, πάντα υπάρχει χώρος για ένα επιπλέον σούπερ-μάρκετ
σε μια καλή γειτονιά.
Όμως εσύ αγαπούσες τα παιδιά. Γι' αυτό, έγινες δάσκαλος. Ξεκίνησες με κέφι. Με πάθος. Οι δικοί σου μαθητές θα μάθουν ν' αγαπούν το διάβασμα. Θα μάθουν ν' αγαπούν τις απορίες, τα ερωτηματικά, τα θεσπέσια διλήμματα της γνώσης. Θα σκαρφαλώσουν σκαλί σκαλί, θα ψάχνουν και θα ψάχνονται, θα παιδεύονται και θ' αγωνιούν, θα γιορτάζουν τη μαγική απάντηση πίσω από το γρίφο. Κι εσύ θ' αγκαλιάζεις με τα μάτια την τάξη σου. Και θα βλέπεις μια θάλασσα από σηκωμένα χεράκια.
— Κύριε, κύριε, κύριε...
Έτσι ξεκίνησες. Πίστεψες ότι στο δρόμο που διάλεξες θα συναντήσεις φίλους. Συναδέλφους. Συντρόφους. Συνενόχους. Ανθρώπους που θα σου κλείνουν το μάτι σαν να σου λένε: ((Προχώρα, είσαι δικός μας. Παίζουμε μπάλα στο ίδιο γήπεδο. Προχώρα, μεγάλε, είμαστε στην ίδια ομάδα».
Κι αντί γι' αυτό, συνάντησες εχθρούς. ((Πολέμιους» που λέει και η διδακτέα. Ένα Υπουργείο που αλλάζει το εκπαιδευτικό σύστημα όποτε φανεί στον τρελο-Στεφανή. Σχολικά βιβλία βλοσυρά, θυμωμένα, εκδικητικά, που στήνουν το μαθητή όρθιο στον τοίχο. Διευθυντές σχολείων που χωρίζουν τους δασκάλους σε πατρικίους και πληβείους. Υστερικούς γονείς που σου γανώνουν το κέρατο. Που θεωρούν πως όλο το εκπαιδευτικό σύστημα πρέπει να επικεντρωθεί ειδικά, αποκλειστικά και μόνο στο δικό τους βλαστάρι. Σε ρωτάνε για τα προβλήματα
του παιδιού τους. Κι όταν τους τα λες, σε μισούν θανάσιμα, λες κι ευθύνεσαι εσύ γι' αυτά. Όταν το παιδί τους πάρει καλούς βαθμούς, μπράβο στο παιδί. Όταν πάρει κακούς, ανάθεμα στο δάσκαλο. Εχθροί, τελικά, και οι ίδιοι οι μαθητές σου που, άθελα σου, τους στερείς ό,τι πιο πολύτιμο: Τα παιδικά τους χρόνια.
Ναι, πέρασε ο καιρός, Δάσκαλε. Τα σχολικά έτη στοιβάχτηκαν ως η αγέλαστος πέτρα μέσα στην καρδιά σου. Κάπου στην πορεία από το σπίτι σου στο προαύλιο του σχολείου, κάπου εκεί -λίγο πριν από την πρωινή προσευχή- εξατμίστηκε το πάθος. Ο ενθουσιασμός, το όραμα. Κάπου σου γλίστρησαν σε μια στροφή και δεν μπορείς να τα ξαναβρείς. Κι εσύ, σαν το ΚΤΕΛ, βρέξει χιονίσει, εκτελείς την ίδια διαδρομή. Διδάσκεις. Παραδίδεις. Γράφεις. Σβήνεις. Εξετάζεις. Διορθώνεις. Και το ξέρεις πια. Το ξέρεις καλά. Αυτό δεν είναι Παιδεία. Αυτό είναι Πατήσια-Αμπελόκηποι. Κι όταν ξυπνάς, σκύβεις στον καθρέφτη. Και με τρόμο ό,τι σε τρόμαζε ανακαλύπτεις: Ένα βλέμμα γεμάτο συντάξιμα.
Καλό καλοκαίρι, Δάσκαλε. Ξεκουράσου όσο μπορείς.
Φόρτισε όποια μπαταρία σού βρίσκεται πρόχειρη. Προσπάθησε ν' αντλήσεις το κουράγιο σου από το τίποτα κι από το πουθενά. Ξέρω ότι είναι δύσκολο. Όμως, κάν' το για μένα, Δάσκαλε. Για μένα που έχω ένα παιδί και το εμπιστεύομαι στα χέρια σου.
Κάθε που συναντιόμαστε, σ' αυτές τις νευρωτικές ημέρες «γονέων και κηδεμόνων», αρπάζομαι με αγωνία από τα μάτια σου. Θέλω να βοηθήσουμε μαζί το παιδί μου. Θέλω να το προστατέψουμε μαζί. Οι κίνδυνοι είναι πολλοί, Δάσκαλε. Κι εγώ δεν μπορώ να τα βγάλω πέρα μόνη μου. Χρειάζομαι τη βοήθεια σου. Κι αν σου ζητάω πολλά - συγχωρά με. Γιατί, στ' αλήθεια, πολλά σου ζητάω. Να ξαναβρείς την ορμή της νιότης σου. Να θυμηθείς πως κάθε παιδί δεν είναι ένας αριθμός μητρώου στα αρχεία του σχολείου. Είναι ένα ξεχωριστό πλάσμα. Με
τις προσωπικές του αποσκευές. Με τις ιδιαίτερες του ανάγκες. Με το δικό του χαρακτήρα. Που θέλει τη δική του αντιμετώπιση. Που θέλει την δική σου αντιμετώπιση, Δάσκαλε.
Δεν σου ζητώ να με υποκαταστήσεις. Εσύ εκπαιδευτικός, εγώ μαμά. Εσύ στο μετερίζι σου κι εγώ στο δικό μου. Όμως πρέπει να δουλέψουμε μαζί. Γιατί αν δεν
κοιταχτούμε τώρα στα μάτια, σε δέκα χρόνια δεν θα μπορούμε να κοιταχτούμε, Δάσκαλε. Σε δέκα χρόνια, δεν θα τολμάμε να κοιταχτούμε.
Καλό καλοκαίρι. Ξεκουράσου. Ξεκουράσου γιατί σε χρειάζομαι, Δάσκαλε.

Από το "Και οι ξανθιές έχουν ψυχή" της Έλενας Ακρίτα

1 σχόλιο:

  1. πολλα ειπες 10 χρονια.μολις φευγετε απο το δημοτικο ,δεν μας γνωριζετε πλεον....εχω απειρα παραδειγματα.αστο μαμα..εισαι σαν ολες..κανεις τη δουλεια σου και παμε παρακατω..ας ειμαστε ρεαλιστες

    ΑπάντησηΔιαγραφή