Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Τα όρια του ρατσισμού ή μπορώ να είμαι και αριστερός και ρατσιστής


ΠΡΟΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ ΚΑΙ ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ
Ο ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΑΠΕΙΛΕΙ ΤΟΥΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΘΕΣΜΟΥΣ

Τα σημαντικότερα συστήματα αξιών της κοινωνίας μας ενέχουν την αποδοχή των ξένων και διαφορετικών ανθρώπων ως βασική αρχή τους -αρχή που χαρακτηρίζεται ως «αλληλεγγύη», «αδελφοσύνη», «αγάπη προς τον πλησίον» κ.ο.κ. Αυτά τα συστήματα αξιών καλείται, εξ ορισμού, να υπηρετήσει το εκπαιδευτικό σύστημα.
Συνεπώς, καταργώντας πρακτικά μία από τις βασικές τους αρχές, υπονομεύονται συνολικά τα συστήματα αξιών στα οποία στηρίζονται οι κοινωνικοί και πολιτικοί θεσμοί της χώρας.
Στο σημείο αυτό πρέπει να υπογραμμιστεί ότι οι στάσεις των ανθρώπων απέναντι στα σχετικά προβλήματα, και όχι οι αντιλήψεις γι' αυτά, είναι εκείνες που αποτελούν δείκτη του βαθμού της πραγματικής επιρροής των διάφορων αξιακών συστημάτων σε μια δεδομένη στιγμή.
Η αντίληψή μας για προβλήματα που σχετίζονται με κατηγορίες άλλων ανθρώπων είναι αποτέλεσμα της ποσότητας και της ποιότητας των πληροφοριών που λαμβάνουμε και, επιπλέον, του τρόπου με τον οποίο επεξεργαζόμαστε τις σχετικές πληροφορίες. Αλλά η αντίληψη ενός φαινομένου δεν εμπεριέχει οπωσδήποτε μια συγκεκριμένη στάση απέναντι σε αυτό. Για παράδειγμα, η κοινή αντίληψη δύο ανθρώπων για ένα φαινόμενο δεν συνεπάγεται υποχρεωτικά ότι και οι δύο θα έχουν την ίδια στάση απέναντί του.
Οι στάσεις απέναντι σε κοινωνικά προβλήματα ή/και απέναντι σε κοινωνικές κατηγορίες, οι οποίες στην αντίληψή μας συνδέονται με τα συγκεκριμένα κοινωνικά προβλήματα, είναι αποτέλεσμα του συστήματος αξιών στο οποίο προσανατολιζόμαστε.
Για παράδειγμα, εάν το σύστημα αξιών προς το οποίο προσανατολίζονται οι άνθρωποι είναι εκείνο του Χριστιανισμού, τότε η στάση τους απέναντι στους ξένους θα διαμορφώνεται βάσει των σχετικών επιταγών του Χριστιανισμού (με κύρια αρχή την «αγάπη προς τον πλησίον»).
Εάν, αντίθετα, το σύστημα αξιών είναι εκείνο μιας σοσιαλδαρβινιστικής κοινωνίας (με κύρια αρχή την «επιβίωση του ισχυρότερου»), τότε αντίστοιχη θα είναι και η στάση απέναντι στους αδύναμους ξένους.
Στο πλαίσιο αυτό οι στάσεις των ανθρώπων εξαρτώνται από το βαθμό της πραγματικής επιρροής των συγκεκριμένων αξιών στη ζωή τους.
Αυτός, με τη σειρά του, δεν διαμορφώνεται τυχαία, αλλά εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Μεταξύ αυτών των παραγόντων σημαντική θέση κατέχει η συνέπεια των θεσμών, οι οποίοι κατεξοχήν εκπροσωπούν τα συγκεκριμένα συστήματα αξιών, στην υπεράσπιση των σχετικών αξιών.
Έτσι:
Εάν τα πολιτικά κόμματα, που κοσμοθεωρητικά θεμελιώνονται στην αρχή της αλληλεγγύης, δεν υπερασπίζονται στην καθημερινή πρακτική τους ανθρώπους που χρειάζονται αλληλεγγύη, τότε το σύστημα των αξιών τους δεν θα ασκεί υψηλό βαθμό πραγματικής επιρροής στους οπαδούς τους και σιγά σιγά θα αρχίσει να χάνει τη σημασία του.
Εάν η εκκλησία, που κοσμοθεωρητικά θεμελιώνεται στην αρχή της αγάπης προς τον πλησίον και στην άρνηση οποιασδήποτε κατηγοριοποίησης των ανθρώπων με βάση την εθνικότητα, την καταγωγή κ.λπ., αποδέχεται στην πράξη τέτοιες κατηγοριοποιήσεις, τότε το σύστημα των αξιών της δεν θα ασκεί υψηλό βαθμό πραγματικής επιρροής στους πιστούς της και σιγά σιγά θα αρχίσει να χάνει τη σημασία του.
Από τα παραπάνω κατανοούμε ότι από την ύπαρξη ρατσισμού απειλούνται όσοι θεσμοί θεμελιώνονται στα βασικά συστήματα αξιών της Ευρώπης -δηλαδή οι θεσμοί της δημοκρατίας και της κοινωνικής αλληλεγγύης.
Αντίθετα, κερδίζουν έδαφος οι ομάδες που αποσκοπούν στην ανατροπή αυτών των θεσμών. Γι' αυτό το λόγο δεν είναι τυχαία η προσπάθεια ακροδεξιών, φασιστικών ομάδων να καλλιεργήσουν το ρατσισμό.

ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΔΕΞΙΕΣ ΟΜΑΔΕΣ
Ο ρατσισμός δίνει στις ακροδεξιές ομάδες τη δυνατότητα:
να ξεφύγουν από την πολιτική απομόνωση στην οποία βρίσκονται και, επιπλέον,
να υποσκάψουν τα θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας.
Για το σκοπό αυτό ακολουθούν μια στρατηγική η οποία συνίσταται, κυρίως, στη μετατροπή κάποιων κοινωνικών κατηγοριών σε κοινωνικές ομάδες και στην ανάδειξη «των ξένων» σε «φυσικό αντίπαλο» των Ελλήνων.
Σε σχέση με τον πρώτο στόχο τους, η δραστηριότητα των ακροδεξιών ομάδων συνίσταται στην προσπάθεια να προπαγανδίσουν ως σημαντικότερη διαφοροποίηση στην κοινωνία εκείνη που χωρίζει τους ανθρώπους σε «Έλληνες» και «ξένους».
Στο σχήμα αυτό των ακροδεξιών οι Έλληνες δεν αποτελούν απλώς «κοινωνική κατηγορία» αλλά «κοινωνική ομάδα», το οποίο σημαίνει ότι, δήθεν, έχουν κοινά συμφέροντα σε όλους τους το- μείς, κοινούς στόχους και προδιαγεγραμμένους ρόλους.
Με βάση αυτή τη θεώρηση υποχωρούν και εξαλείφονται οι κοινωνικές διαφορές που υπάρχουν μεταξύ των ανθρώπων και η κοινωνία αποκτά τη μορφή ενός στρατού. Γι' αυτό, άλλωστε, ο στρατός αποτελεί το θεσμό-μοντέλο για τις ακροδεξιές οργανώσεις.
Στο πλαίσιο αυτό οι ακροδεξιές οργανώσεις θέτουν εκτός της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας:
Ανθρώπους με διαφορετικά χαρακτηριστικά από εκείνα που χρησιμοποιούνται για τον ορισμό της συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας (διαφορετικά ως προς την καταγωγή, το «χρώμα», το θρήσκευμα κ.λπ.).
Ανθρώπους που, αν και ανήκουν στη συγκεκριμένη κοινωνική κατηγορία, δεν αποδέχονται τη μετατροπή της σε κοινωνική ομάδα.
Αυτοί, σύμφωνα με το μοντέλο του στρατού, μετατρέπονται σε «προδότες του έθνους τους» και αντιμετωπίζονται αναλόγως. Ουσιαστικά, για τους ακροδεξιούς της χώρας μας η έννοια του «Έλληνα» περιορίζεται σε εκείνους που:
θεωρούν ότι έλκουν την καταγωγή τους από ένα ενιαίο και προαιώνιο «γένος Ελλήνων» και, επιπλέον,
αποδέχονται ένα σύνολο λανθασμένων και αντιδημοκρατικών απόψεων για τη σημασία και την «αποστολή» του Ελληνισμού στον κόσμο.
Με τον ορισμό τους αυτό οι ακροδεξιοί βρίσκονται σε πλήρη αντίθεση τόσο με βασικά γνωρίσματα του ελληνικού πολιτισμού όσο και με την επιστημονική αλήθεια.
Σε σχέση με το δεύτερο στόχο τους, η δραστηριότητα των ακροδεξιών ομάδων συνίσταται στην προσπάθεια να αναδείξουν τους «ξένους» σε «φυσικό αντίπαλο» των Ελλήνων και να τους συ- σχετίσουν με μια, δήθεν, επιβουλή κατά της Ελλάδας. Στους «ξένους» συμπεριλαμβάνουν Εβραίους, Τσιγγάνους, καθολικούς και μουσουλμάνους Έλληνες πολίτες.
Κατ' αυτό τον τρόπο οι ακροδεξιοί μετατρέπουν κάποιες κοινωνικές κατηγορίες σε κοινωνικές ομάδες. Δηλαδή προσδίδουν στα άτομα που απαρτίζουν αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες κοινούς στόχους, κοινά συμφέροντα και ανάληψη ρόλων -κάτι το οποίο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.
Με τον τρόπο όμως αυτό οι ακροδεξιοί διχοτομούν τον κόσμο σε «εμείς» και «οι άλλοι», προσδίδουν με αόριστα ή ανόητα επιχειρήματα ανωτερότητα στο «εμείς» και θέτουν τους δύο κόσμους σε αντιπαλότητα.
Από την αντίληψη περί αντιπαλότητας προκύπτει για τους ακροδεξιούς το «δικαίωμα» και, συχνά, η «υποχρέωση» να χρησιμοποιούν βία εναντίον όσων δεν είναι ή δεν θεωρούνται Έλληνες, όπως και εναντίον όσων δεν αποδέχονται τον ακροδεξιό διαχωρισμό της κοινωνίας.
Το «δικαίωμα» και η «υποχρέωση» χρήσης βίας προκύπτουν ως απόρροια της παράλογης αντίληψης ότι η παρουσία των «ξένων» αποτελεί επιβουλή εναντίον της πατρίδας. Με την ταύτιση «παρουσία ξένων = επιβουλή κατά της πατρίδας» η βία φαίνεται να νομιμοποιείται, καθώς θεωρείται ένα κοινωνικά αποδεκτό μέσο για την υπεράσπιση της πατρίδας εναντίον μιας επιβουλής από τους εχθρούς της, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει σε περίπτωση εισβολής, ένοπλης παραβίασης των συνόρων, ξενικής κατοχής κ.λπ.
Χαρακτηριστική είναι σχετικά η επιχειρηματολογία ενός ρατσιστή δολοφόνου που παρουσιάζεται στο παρακάτω δημοσίευμα.
*
Με φρίκη πληροφορήθηκε το ελληνικό κοινό στις αρχές της χρονιάς την ανεύρεση ενός κατακρεουργημένου πτώματος έξω από την Πάργα. Όταν γνωστοποιήθηκε ότι το θύμα λεγόταν Ζαμπίτ Κουμπρία και ήταν Αλβανός από τους Άγιους Σαράντα, τα τηλεοπτικά δελτία δε φάνηκε να έχουν την παραμικρή αμφιβολία για την ταυτότητα των δραστών: «Άλλο ένα φρικιαστικό έγκλημα της αλβανικής μαφίας ήρθε σήμερα στο φως»...
Το ρεφρέν επαναλαμβάνεται ένα μήνα αργότερα, όταν δύο ακόμα αποσυντεθειμένα πτώματα εντοπίζονται έξω από την κοινότητα Αγίας Τριάδας της Πρέβεζας: «Οι αστυνομικές αρχές της Πρέβεζας εξετάζουν την περίπτωση εγκληματικής ενέργειας από συμπατριώτες τους, που τους σκότωσαν για να τους ληστέψουν...». Ως συνήθως, τα κανάλια ήταν πιο γλαφυρά -και πιο κατηγορηματικά.
Λίγες μέρες μετά η έκπληξη. Η αστυνομία συλλαμβάνει το δολοφόνο με τα αίματα ακόμα στο αλυσοπρίονο, κι αυτός δεν έχει κανένα πρόβλημα να ομολογήσει το φόνο. Δεν είναι Αλβανός, αλλά Έλληνας, 25 χρόνων, και λέγεται Γιώργος Τ. Πριν από τους φόνους είχε απασχολήσει τα θύματα στα χωράφια του ως εργάτες.
Αρνείται πάντως κατηγορηματικά ότι τους σκότωσε για να μην τους πληρώσει. Χλιαρά προβάλλει και τον ισχυρισμό περί άμυνας, που οι αστυνομικές αρχές απορρίπτουν κατηγορηματικά.
Για ένα πράγμα είναι σαφής στις συνεντεύξεις του: για το μίσος του προς τους Αλβανούς -όχι τα συγκεκριμένα άτομα, αλλά το σύνολο, τη «ράτσα». Στις συνεντεύξεις του ο αλβανοφάγος με το πριόνι αυτοπροβάλλεται περίπου σαν εθνικός ήρωας, που ανέλαβε να πραγματοποιήσει ό,τι οι «εθνικά υπόλογες» κυβέρνηση και δικαιοσύνη αφήνουν ανεκπλήρωτο.
(Από την εφημερίδα ΚΥΡΙΑΚΑΤΙΚΗ ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 13 Ιουνίου 1993)

Από τα προηγούμενα γίνεται φανερό ότι η βία αποτελεί συστατικό της κοσμοθεωρίας των ακροδεξιών.
Βάσει των παραπάνω λοιπόν καταδεικνύεται η ανάγκη εκπαιδευτικής παρέμβασης κατά του ρατσισμού, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος του εκπαιδευτικού συστήματος για την καλλιέργεια του δημοκρατικού φρονήματος των μαθητών/τριών.
Ταυτόχρονα, γίνεται φανερό ότι βασικό συστατικό στοιχείο της αντιρατσιστικής εκπαίδευσης είναι ο εντοπισμός και η αποκάλυψη των ακροδεξιών δραστηριοτήτων.

(από το βιβλίο του Γ. Τσιάκαλου: Οδηγός Αντιρατσιστικής Εκπαίδευσης)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου